Σύρος

Η Ερμούπολη είναι η πρωτεύουσα της Σύρου και των Κυκλάδων. Πρόκειται για μια νεοκλασική πόλη με αναλλοίωτη ομορφιά και πολυσήμαντη παρουσία στο Αιγαίο. Είναι αφιερωμένη στον Κερδώο Ερμή, αγγελιοφόρο των θεών και προστάτη των εμπόρων. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει με την παρουσία του το Δημαρχείο, έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλερ. Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το θέατρο Απόλλων, κατασκευασμένο το 1864 από τον αρχιτέκτονα Σαμπό (μικρογραφία της σκάλας του Μιλάνου). Ευρωπαίοι (Γερμανοί, Ιταλοί και Έλληνες) αρχιτέκτονες δούλεψαν υποδειγματικά και με σεβασμό στον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας προσθέτοντας κάτι από το ρομαντισμό της Δύσης.

Πολλά μνημειακά κτίσματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, δημόσια κτίρια και αρχοντικές οικείες προκαλούν το θαυμασμό και είναι πραγματικά κομψοτεχνήματα. Η πολιτιστική ζωή στην Ερμούπολη δε σταματάει ποτέ.

Ένα από τα πιο σημαντικά πολιτιστικά αξιοθέατα του νησιού είναι η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (γνωστός επίσης με το ισπανικό προσωνύμιο El Greco), η οποία στεγάζεται στον ομώνυμο ιερό ναό στην Ερμούπολη.

Στον υψηλότερο λόφο του νησιού απλώνεται η μεσαιωνική πόλη της Άνω Σύρου. Στην κορυφή του λόφου είναι χτισμένος ο ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου (καθολική επισκοπή). Στη Σύρο ορθόδοξοι και καθολικοί χριστιανοί συνυπάρχουν αρμονικά. Υπέροχες ακρογιαλιές με άμμο ή με βότσαλα και γαλανά νερά σας περιμένουν να τις απολαύσετε.

Ελευθέριος Βενιζέλος

Στην Ερμούπολη ξαναγεννήθηκε η Ελλάδα.

Θεόφιλος Γκοτιέ

Η Σύρος…είναι περίπου ο ομφαλός της Ελλάδος. Είναι η πρωτεύουσα της κομψότητας και της αρχοντιάς. Ποιος αλήθεια θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα συναντούσε αυτόν τον κόσμο φυτεμένο σ’ ένα βράχο του Αιγαίου;

Ομήρου Οδύσσεια (ραψωδία Ο, στ.403) Μετάφραση: N. Καζαντζάκη - Ι. Κακριδή

Ένα νησί, Συρίη (Σύρος) που λέγεται, μπορεί ακουστά να το’χεις, στου γήλιου πέρα τα γυρίσματα, στην Ορτυγία (Δήλος) πιο πάνω. Δε θα το πεις νησί πολύκοσμο, μα πλούσιο΄ θρέφει βόδια και πρόβατα, κι είναι κρασότοπος και στάρι πλήθιο βγάζει.

Ποτέ ο λαός εκεί δεν πείνασε μηδέ τον βρήκε αρρώστια κακιά, απ’ αυτές που τους τρισάμοιρους ανθρώπους βασανίζουν. Μονάχα, σα γεράσουν οι άνθρωποι στη χώρα ετούτη μέσα, ζυγώνουν η Άρτεμη κι ο Απόλλωνας ο χρυσοδοξαράτος κι ευτύς ανένιωστα με απόνετες σαγίτες τους σκοτώνουν. Δυο πολιτείες εκεί είναι΄ ξεκάθαρα της καθεμιάς τα πάντα, μα ένας ο ρήγας που τους όριζεν, ο κύρης ο δικός μου, ο γιος του Ορμένου, ο Χτήσιος, που μοιαζε με τους θεούς στην όψη.